ελληνική οικονομία
Οικονομία

Deutsche Bank: Σε παγίδα χρέους βαδίζει η ελληνική οικονομία

Σύμφωνα με όσα αναφέρει με ανάλυσή της η Deutsche Bank, η ελληνική οικονομία βαδίζει σε παγίδα χρέους, έχοντας υπερβεί προ πολλού τα δημοσιονομικά όρια. Μάλιστα, προσθέτει ότι, ούτε το Ταμείο Ανάκαμψης ούτε το χαμηλό επιτοκιακό περιβάλλον που εξασφαλίζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν είναι πανάκεια.

Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με την τράπεζα, από το ξέσπασμα της πανδημικής κρίσης τον Μάρτιο του 2020, οι κυβερνήσεις ανά τον κόσμο εξαπέλυσαν μια σειρά από πρωτοφανή μέτρα στήριξης της οικονομικής δραστηριότητας.

Η νομισματική χαλάρωση και η δημοσιονομική επέκταση χτύπησαν κόκκινο με αποτέλεσμα την εκτόξευση του δημοσίου χρέους, που όμως πρέπει να τιθασευτεί προς αποτροπή μιας νέας κρίσης και φαινομένων στασιμοπληθωρισμού στο μέλλον.

Χαρακτηριστικά αναφέρεται πως οι ΗΠΑ έχουν «εξαπολύσει» δημοσιονομικά μέτρα ύψους 5,3 τρισεκατομμύρια δολάρια (25,5% επί του ΑΕΠ), ενώ παράλληλα κυοφορούνται μέτρα που θα μπορούσαν υπερβούν τα 9 τρισεκ. δολ. (40% του ΑΕΠ).
Ακόμα και χώρες που χαρακτηρίζονται από δημοσιονομική «νοικοκυροσύνη», όπως η Γερμανία, έχουν ξεφύγει,

Όπως επισημαίνει η Deutsche Bank, τα αυξανόμενα επιτόκια και τα spreads των ομολόγων θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μεγάλες δημοσιονομικές κρίσεις, ναρκοθετώντας τις όποιες προσπάθειες να επιτευχθεί δημοσιονομική προσαρμογή.

Φερεγγυότητα και ρευστότητα: Οι δύο όψεις του ιδίου νομίσματος

Μια οικονομία που μπορεί να παραγάγει μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα θα μπορούσε να εξυπηρετήσει το όποιο χρέος της και να αποδεικνύεται προϊόντος του χρόνου φερέγγυα.
Συνακόλουθα οι επενδυτές σε μια τέτοια περίπτωση θα αποδειχθούν πρόθυμοι να χρηματοδοτήσουν τα ελλείμματά της.
Επισημαίνεται πως, δεδομένων των μεγάλων υφιστάμενων ακαθάριστων χρηματοδοτικών αναγκών, πολλές προηγμένες οικονομίες εξαρτώνται από την εμπιστοσύνη των επενδυτών για την πιστοληπτική τους ικανότητα.
Επομένως, αν και η ρευστότητα και η φερεγγυότητα είναι δύο διαφορετικές έννοιες, συνδέονται στενά.

Εάν το ασφάλιστρο κινδύνου και κατά συνέπεια το επιτόκιο που καταβάλλεται για την αγορά νέου δημόσιου χρέους φθάσει σε απαγορευτικά επίπεδα (όπως για παράδειγμα κατά την κρίση του ελληνικού δημόσιου χρέους το 2010), η κυβέρνηση θα χάσει και τα δύο, και τη ρευστότητα και τη φερεγγυότητα, καθώς οι πιστωτές θα σταματήσουν να τη δανείζουν (ρευστότητα) και το χρέος θα γίνει αφόρητο (αφερεγγυότητα).

Το τρέχον χαμηλό επιτοκιακό περιβάλλον βοηθά τις χώρες με υψηλό χρέος, λέει η Deutsche Bank, ωστόσο π.χ. για την Ελλάδα η χαλαρή νομισματική πολιτική της ΕΚΤ δεν θα μένει εκεί για πάντα…
Όταν οι επενδυτές αρχίσουν να ανησυχούν ότι μπορεί να εξαντληθεί ο δημοσιονομικός χώρος, τιμωρούν τις χώρες γρήγορα.

Ως εκ τούτου, τα χαμηλά επιτόκια δεν πρέπει να θεωρηθούν «δικαιολογία» για την αύξηση του δημόσιου χρέους πάνω από ένα ορισμένο όριο, με την Ελλάδα να το έχει υπερβεί.

Ταμείο Ανάκαμψης και χρέος

Σε αυτό το πλαίσιο, η κεντρική τράπεζα της Γερμανίας προειδοποιεί ότι η μετατόπιση της χρηματοδότησης κρατικών χρεών σε ευρωπαϊκό επίπεδο θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια «ψευδαίσθηση του χρέους».

Συγκεκριμένα, η χρηματοδότηση του Ταμείου Ανάκαμψης (NGEU) ύψους 750 δισ. ευρώ (περίπου 6% του ΑΕΠ του 2020) προβλέπεται να πραγματοποιηθεί σε επίπεδο ΕΕ.
Ωστόσο, η ΕΚ θα εκδώσει συλλογικό χρέος (εξ ονόματος της ΕΕ), το οποίο δεν θα εμφανίζεται στους δείκτες ελλείμματος και χρέους των κρατών.

Αντ’ αυτού, αυτός ο δανεισμός της ΕΕ θα βελτιώσει αρχικά τα δημόσια οικονομικά των κρατών μελών (μέσω περισσότερων εσόδων, χαμηλότερων ελλειμμάτων / χρέος) καθώς η ΕΕ θα μεταφέρει τα μισά από αυτά τα κεφάλαια (περίπου 390 δισ. ευρώ, 3% του ΑΕΠ) σε μεμονωμένες χώρες ως «μη επιστρεπτέες επιδοτήσεις».

Ωστόσο, αυτές οι επιδοτήσεις θα πρέπει να επιστραφούν μόλις λήξει το χρέος της ΕΕ.
Τέλος, από την άποψη της βιωσιμότητας του χρέους, η απώλεια δημοσιονομικής διαφάνειας και λογοδοσίας σε επίπεδο κρατών μελών ανοίγει την πόρτα για ηθικούς κινδύνους και απρόσεκτες εθνικές δημοσιονομικές πολιτικές.

Συμπέρασμα

Οι μη βιώσιμες πολιτικές ενδέχεται να προκαλέσουν κύκλους πληθωρισμού.
Παρόλο που οι κεντρικές τράπεζες εξακολουθούν να θεωρούν τον πληθωρισμό πολύ χαμηλό από διαρθρωτική άποψη, η συνέχιση μη βιώσιμων δημοσιονομικών και νομισματικών πολιτικών συνεπάγεται σημαντικούς μακροοικονομικούς κινδύνους.

Σε περίπτωση ξαφνικής αύξησης του πραγματικού πληθωρισμού ή / και των προσδοκιών για τον πληθωρισμό, για παράδειγμα, λόγω της απελευθέρωσης της ζήτησης, οι μεγάλες κεντρικές τράπεζες θα πρέπει να διαχειριστούν τον περιορισμό του πληθωρισμού (προσδοκίες), αλλά και να παράσχουν αρκετή υποστήριξη στις υπερχρεωμένες κυβερνήσεις για να αποφύγουν την ύφεση, τα αυξανόμενα spread στα ομόλογα και τις σημαντικές δημοσιονομικές κρίσεις.

Οι χώρες με υψηλό δημόσιο χρέος, σημαντικές ετήσιες χρηματοδοτικές ανάγκες ή / και σημαντικό ποσοστό χρέους σε ξένα νομίσματα είναι οι πιο εκτεθειμένες.
Ιδίως στη ζώνη του ευρώ, η πολιτική προθυμία για κοινές δημοσιονομικές πολιτικές (και κατανομή κινδύνων), όπως αντικατοπτρίζεται μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης της ΕΕ (NGEU), διαβρώνει την αρχή της επικουρικότητας, δημιουργεί ηθικούς κινδύνους και δρα αποτρεπτικά για την εφαρμογή συνετών δημοσιονομικών πολιτικών.

Με πληροφορίες από: bankingnews.gr

LEAVE A RESPONSE

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *